Με βάση τα δημοσιεύματα, μιλάμε για περίπου 25 εκατ. ευρώ από το 2022 και μετά. Αν κάνουμε μια απλή διαίρεση, βγαίνουν περίπου 7 εκατ. τον χρόνο. Σε ένα δίκτυο 100 καταστημάτων, αυτό αντιστοιχεί σε 70.000€ ανά κατάστημα ετησίως. Με έναν υποθετικό φορολογικό συντελεστή 25%, μιλάμε για τζίρο της τάξης των 280.000€ ανά κατάστημα. Δηλαδή, μεγέθη που δεν είναι εξωπραγματικά για ένα μέσο κατάστημα εστίασης και delivery. Προφανώς, αυτή είναι μια απλοποιημένη αριθμητική προσέγγιση και όχι απόδειξη για το πώς ακριβώς λειτουργούσε η υπόθεση.
Και πάμε στο ερώτημα που με ενδιαφέρει πραγματικά: όσοι καταδικάζουν τη φοροδιαφυγή, όταν δίνουν 10€ για σουβλάκια, 50€ στον υδραυλικό, 70€ στον γιατρό ή 120€ στο συνεργείο, ζητάνε πάντα απόδειξη; Κι όταν δεν παίρνουν, κάνουν καταγγελία; Ή εκεί ξαφνικά υπάρχει κατανόηση, επειδή «έτσι λειτουργεί η αγορά» και «δεν βγαίνει αλλιώς»;
Στην Ελλάδα εδώ και δεκαετίες υπάρχουν ολόκληροι κλάδοι με εκτεταμένη φοροδιαφυγή. Σύμφωνα με την ΑΑΔΕ φοροδιαφεύγουν κατά 30%-60%. Μιλάμε δηλαδή για δεκάδες αν όχι εκατοντάδες εκατομμύρια κάθε χρόνο.
Το ερώτημα, λοιπόν, είναι απλό: είναι η αγανάκτησή μας απέναντι στη φοροδιαφυγή σταθερή και καθολική ή εξαρτάται από το ποιος βρίσκεται στο επίκεντρο της δημοσιότητας, των social media και των τηλεοπτικών εκπομπών;